ΤΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΙΝΟΥ


Επιστροφή από το χωράφι

Το κάρο είναι ένα φορτηγό όχημα, δίτροχο ή τετράτροχο, που σέρνεται από υποζύγια (άλογα, βόδια ή αγελάδες).
Προέρχεται απ’ την Ιταλική λέξη Carr και την λατινική Carrum = άμαξα Είναι γνωστό μεταφορικό μέσο απ’ τα ομηρικά χρόνια, αλλά η εφεύρεσή του συμπίπτει με αυτόν του τροχού.



Στη δουλειά με το μονόκαρο



Τα χρησιμοποιούσαν για όλων των ειδών τις μεταφορές, μιας και παλιότερα δεν υπήρχαν οι μηχανοκίνητες άμαξες, οι οποίες τα έχουν σήμερα αντικαταστήσει. Προτού εμφανιστεί το αυτοκίνητο, αλλά και για πολλά χρόνια μετά οι άνθρωποι εξυπηρετούνταν μονάχα με τα υποζύγια (άλογα και μουλάρια). Η συγκοινωνία και οι διάφορες μεταφορές των προϊόντων και των εμπορευμάτων, η μεταφορά των αγροτών από το σπίτι στο χωράφι η μετακίνηση των ανθρώπων για τις δουλειές, τις χαρές και τα γλέντια στα πανηγύρια γίνονταν κατεξοχήν με τα άλογα και τα διάφορα κάρα.



Επιστροφή από την πόλη



Τα κάρα κατασκευάζονταν από ειδικούς τεχνίτες οι οποίοι δούλευαν ποικιλία ξύλων ανάλογα με την παραγγελία.
Οι καροποιοί κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν τα κάρα συνδυάζοντας την τέχνη του ξυλουργού και τη τέχνη του σιδερά.
Έτσι ανάλογα με την χρήση τους τη μορφή τους το μέγεθος και την λειτουργικότητά τους μπορούσες να δεις μια απλή μακρόστενη καρότσα για γεωργικές ή άλλες δουλειές έτοιμη να τη ζέψεις στο άλογο ή ένα περίτεχνο έργο με σκαλιστά ή ζωγραφιστά μέρη για μεταφορές μέσα στη πόλη.



Ο κούβαλος



Υπήρχε μεγάλη ποικιλία κάρων, ως τροχοφόρα μεταφορικά μέσα όπως:
Ο Αραμπάς, (Βοδάμαξα), πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες συμπαγείς το οποίο σέρνονταν από δυο βόδια και χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων.
Η Σούστα, πρόκειται για κάρο με δυο ρόδες που την έσερνε ένα άλογο.
Το Διπλόκαρο (των καραγκούνηδων), πρόκειται για κάρο με τέσσερις ρόδες που το έσερναν δύο άλογα.
Η Νταλίκα πρόκειται για μακρόστενο κάρο με τέσσερις ρόδες, που το έσερνε ένα μεγάλο άλογο και χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά εμπορευμάτων συνήθως μέσα στην πόλη.



Η μεταφορά ξύλων



Άμαξα, πρόκειται για περίτεχνο ιππήλατο κάρο με τέσσερις ρόδες και με μεγάλη ποικιλία τύπων όπως: το Γαΐλι, το Παετόνι, , καθώς και τύποι που ήρθαν από την Ευρώπη όπως τα Λαντό, η Βικτώρια κ.α. Οι άμαξες χρησιμοποιούνταν συνήθως για κοσμικές, αστικές μετακινήσεις και μεταφορές μέσα στην πόλη.





Η μεταφορά του σιταριού από το χωράφι στο σπίτι.


Κατασκευή Κάρων


Καροποιείο της εποχής.




Η κατασκευή και επισκευή των καραγκούνικων (Διπλόκαρων) κάρων γίνονταν στα τα καροποιεία της Θεσσαλίας από ειδικούς τεχνίτες με μαστοριά και ζηλευτό μεράκι.



Ο γυρισμός από το πανηγύρι της Παναγίας.



Ο καροποιός προμηθεύονταν από διάφορα εργοστάσια τα ξύλινα και μεταλλικά στοιχεία και εξαρτήματα, τα επεξεργαζόταν με τα σύνεργά του και τα ειδικά εργαλεία του, τα μορφοποιούσε κατάλληλα τα συναρμολογούσε και σιγά - σιγά κατασκεύαζε το κάρο.



Ο γυρισμός από το πανηγύρι της Παναγίας.



Το διπλόκαρο αποτελούνταν από τέσσερις ρόδες εκ των οποίων οι δύο μπροστινές ήταν μικρότερες και οι δύο πίσω μεγαλύτερες. Η κάθε ρόδα αποτελούνταν από την κεφαλή (κεφαλάρι), τα δώδεκα παρμάκια (ακτίνες), τις έξι αψίδες και τη σιδερένια στεφάνη η οποία εφάρμοζε γύρω από τις αψίδες.



Για το γάμο.



Στο κεφαλάρι της ρόδας υπήρχαν δώδεκα τρύπες, όσα και τα παρμάκια. Τα παρμάκια επίσης και από τα δύο μέρη (μπρος και πίσω) εφαρμόζονταν στην κεφαλή και στις αψίδες όπου υπήρχαν οι ανάλογες με την κεφαλή τρύπες.
Στο κεφαλάρι τοποθετούσαν ειδικούς σφιγκτήρες εσωτερικά και εξωτερικά για λόγους αντοχής και καλύτερου δέσιμο.



Το φόρτωμα των καλαμιών.



Αφού συναρμολογούσαν τη ρόδα με την κεφαλή, τα παρμάκια και τις αψίδες τοποθετούνταν περιμετρικά και η σιδερένια στεφάνη η οποία ήταν από χοντρό και πλατύ σίδερο. Η τοποθέτηση της στεφάνης στη ρόδα γίνονταν ως εξής: ο μάστορας - καροποιός - άναβε δυνατή φωτιά κάτω στο έδαφος, σ΄ ανοιχτό χώρο και εκεί ζέσταινε τη στεφάνη μέχρι να κοκκινίσει και να γίνει όλκιμη. 


Στο χωράφι

Στη συνέχεια με ειδικές τσιμπίδες τοποθετούσε την πυρακτωμένη στεφάνη γύρω από τις αψίδες και ρίχνοντας κρύο νερό για να την ψύξη, την εφήρμοζε γερά στη ρόδα. Αφού ψύχονταν η ρόδα έκανε δυο τρύπες με το τρυπάνι σε κάθε αψίδα και περνούσε από το μέσα μέρος χοντρές βίδες τις οποίες βίδωνε σφιχτά.



Για το γάμο.


Η ρόδα ήταν έτοιμη να τοποθετηθεί στο υπό κατασκευή κάρο.
Οι ρόδες τοποθετούνταν στα «τεγγίλια» τα οποία ήταν επίμηκες σίδερα και σ΄ αυτά προσαρμόζονταν οι τέσσερις ρόδες σε ορθή γωνία
Τα άκρα τους περνούσαν μέσα από την κεφαλή της ρόδας και μάλιστα μέσα από ένα σιδερένιο χωνί το οποίο υπήρχε στο κέντρο της κεφαλής. Εκεί καταλήγοντας το τεγγίλι λίγο πιο έξω από την κεφαλή, βίδωνε γερά με ένα μεγάλο παξιμάδι και έτσι προσαρμόζονταν οι ρόδες στο κάρο.



Το ζέψιμο και η ετοιμασία για το χωράφι.



Πάνω από τα τεγγίλια έμπαιναν τα τεγγιλόξυλα που ήταν τετράπλευρα στενόμακρα και χοντρά ξύλα, ενισχυμένα σ’ όλες τους τις πλευρές με χοντρές λαμαρίνες για να μη φθείρονται από τη χρήση αλλά και για να αντέχουν το πολύ βάρος που δέχονταν.



Η μεταφορά της προίκας.



Πάνω από το μπροστινό τεγγιλόξυλο έμπαινε η «πλάκα» ένα άλλο ξύλο στις ίδιες διαστάσεις και ενισχυμένο και αυτό με λαμαρίνες. Στο πίσω τεγγιλόξυλο δεν υπήρχε αυτή η πλάκα, διότι οι πίσω ρόδες ήταν πιο μεγάλες από τις μπροστινές και η στρώση του κάρου έπρεπε να είναι σε οριζόντιο επίπεδο.



Το φόρτωμα της προίκας.



Στο μπροστινό μέρος του αμαξώματος του κάρου υπήρχε ένας τετράγωνος μηχανισμός από τέσσερα χοντρά καδρόνια ενισχυμένα στις πλευρές τους με χοντρή λαμαρίνα ο οποίος μαζί με το μπροστινό τεγγίλι και τις μπροστινές ρόδες αποτελούσαν τη μηχανή του κάρου. Αυτός ο μηχανισμός όσο επεκτείνεται προς το πίσω μέρος αρχίζει να φαρδαίνει. Περνάει πάνω από το πρώτο τεγγίλι και κάτω από τη σαΐτα και φθάνει στο μέσον του κάρου.



Το φόρτωμα της προίκας.



Πάνω στο μπροστινό τεγγιλόξυλο υπήρχε άλλο ένα χοντρό τετράγωνο και επίμηκες ξύλο, η πλάκα που ήταν σφιχτά δεμένο με το τεγγίλι και το τεγγιλόξυλο και μαζί αποτελούσαν ένα σώμα. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο ξύλα και στο μέσον υπήρχε μια υποδοχή στην οποία έμπαινε και συνδέονταν μ΄ αυτά με ένα ζουμπά ή σαΐτα του κάρου που ένωνε το μπροστινό με το πίσω μέρος του κάρου. Όλο αυτό το σύστημα που αποτελούσε τον μηχανισμό του κάρου ήταν μετακινούμενο και χρησίμευε για την κατεύθυνση του κάρου δεξιά κι αριστερά.



Προς το γάμο.



Πάνω από το ξύλο αυτό του μηχανισμού, την πλάκα και πάνω από το πίσω τεγγιλόξυλο υπήρχε ένα άλλο, το ίδιο χονδρό και επίμηκες ξύλο, το μαξιλάρι που ήταν σταθερό και δεχόταν πάνω του το κάσωμα του κάρου.


Για τη δουλειά


Το πίσω μαξιλάρι ήταν σταθερό και δεμένο γερά με το τεγγιλόξυλο, ενό το μπροστινό ήταν ελεύθερο για να κινείτε ο μηχανισμός του κάρου ελεύθερα. Το πίσω μέρος του κάρου σερνόταν απλώς και πήγαινε όπου πήγαιναν οι πρώτες ρόδες.



Μαθήματα οδήγησης στο εγγονάκι.



Από την μπροστινή δοκό της μηχανής του κάρου ήταν κρεμασμένα τα δυο φαλάγγια. Στην πρώτη αυτή δοκό της μηχανής, υπήρχε μια σιδερένια θήκη από την οποία περνούσε το τιμόνι, το οποίο περνούσε κι από τη δεύτερη θήκη η οποία ήταν προσαρτημένη στο πρώτο τεγγίλι και για να μη βγαίνει από τη θέση του κατά την ώρα της οδήγησης του κάρου, το τιμόνι στερεωνόταν με ένα σιδερένιο ζουμπά.



Προς την εργασία.



Το τιμόνι ήταν ένα μακρύ καλοδουλεμένο μαδέρι στρογγυλεμένο, πιο χοντρό προς το πίσω μέρος και το οποίο έφθανε μέχρι τα μπροστινά πόδια των αλόγων. Στο άκρο του είχε δυο αλυσίδες οι οποίες δένονταν η κάθε μια κάτω από τη λαιμαριά κάθε αλόγου. Ήταν απαραίτητες γιατί γύριζαν το τιμόνι και έτσι λειτουργούσε το σύστημα διεύθυνσης του κάρου.



Για δουλειά και για βόλτα με τα εγγονάκια.



Εξωτερικά των παραπέτων και στο ύψος των τεγγιλιών ορθώνονταν τέσσερις ξύλινοι ενισχυμένοι με σίδερα ορθοστάτες, τα «σουένια», τα οποία ήταν γερά βιδωμένα στη βάση τους πάνω στα μαξιλάρια και στην κορυφή τους κατέληγαν σε αλυσίδες τις οποίες κούμπωναν γερά ώστε να μην ανοίξει το φορτωμένο κάρο απ’ το πολύ το βάρος.



Για δουλειά και για βόλτα με τα εγγονάκια.



Από το μπροστινό τεγγίλι ως το πίσω μέρος του κάρου έμπαινε ένα μακρύ μαδέρι. Αυτό μέχρι το μέσον μέρος ήταν τετράπλευρο και από τα μισά ως το τέλος ήταν στρόγγυλο και ονομάζονταν σαΐτα.
Ήταν αυτή που ένωνε τις μπροστινές με τις πίσω ρόδες.


Ο γάμος


Από τα άκρα των πίσω τεγγιλόξυλων ξεκινούσαν δυο δοκοί οι οποίοι έφθαναν μέχρι το μέσον του κάρου και κατέληγαν εκεί σε γωνία τριγώνου, και συνδεόταν με τη σαΐτα με γερό σιδερένιο ζουμπά. Η σαΐτα στο πρώτο τεγγίλι, συνδεόταν επίσης με σιδερένιο ζουμπά και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδεόταν το πίσω μέρος του κάρου με το μπροστινό.



Επιστροφή από το χωράφι.



Πάνω απ’ τα μαξιλάρια έμπαινε η στρώση του κάρου, δηλαδή το πάτωμα, η οποία αποτελούνταν από τρεις φαρδιές και χοντρές τάβλες καλά καρφωμένες οι οποίες στο πίσω μέρος είχαν δυο κρικέλες. Από τις κρικέλες αυτές καθώς και από τα τσιγκέλια των παραπέτων περνούσαν την τριχιά και έδεναν το φορτίο όταν το κάρο ήταν φορτωμένο.



Αναπαράσταση γάμου.



Τα πλαϊνά (παραπέτες) αποτελούσαν μαζί με τη στρώση, το κάσσωμα του κάρου. Από τη βάση τους ως τα μισά αποτελούνταν από χοντρό και καλά πλανισμένο σανίδι. Το υπόλοιπο προς το επάνω μέρος της παραπέτας αποτελούνταν από ξύλινες πήχες οριζόντιες και κάθετες. Στο επάνω και κάτω μέρος της κάθε παραπέτας σαν τελείωμα, αλλά και για λόγους στερεώτητας έφερναν δυο χοντρά καδρόνια τα οποία από τις δύο όψεις μπρος και πίσω ενισχύονταν με σιδερένιες λαμαρίνες. Αυτά λεγόταν κανατόξυλα. Στην εξωτερική πλευρά τους έφερναν σιδερένιες θήκες ώστε να μπαίνουν οι χάλποι.


Ο γυρισμός από το ψάρεμα



Κάθε κάρο είχε έξι χάλπους (ξύλινα παλούκια καλά μπλανισμένα τα οποία στην άκρη τους ήταν σουβλερά. Οι χάλποι έμπαιναν σε δυο ειδικές μεταλλικές θήκες που υπήρχαν εξωτερικά των παραπετών, ώστε ο χάλπος να στηρίζεται καλά. Τους χρησιμοποιούσαν για τη στερέωση κατά το φόρτωμα του κάρου με χόρτο ή δέματα σταριού κλπ.



Απόμαχο και χαλασμένο από τη φθορά του χρόνου.



Όταν φόρτωναν το κάρο με διάφορους καρπούς καλαμποκιού, σταριού, καρπούζια, πεπόνια κ.α. τοποθετούσαν δυο ξύλινες πόρτες εμπρός και πίσω και έφραζαν το κάσσωμα. Αυτές οι καρόπορτες ήταν ξύλινες.
Στο μπροστινό μέρος της μηχανής του κάρου κρέμονταν δυο γερά ξύλα, οι φάλαγγες, από τους οποίους δένονταν οι δυο για κάθε άλογο αλυσίδες με τις οποίες τα άλογα έσερναν το κάρο.



Καροποιός




Αφού ολοκληρώνοταν η κατασκευή και η συναρμολόγηση του κάρου ο καροποιός το λαδομπογιάτιζε μια και δυο φορές ώστε να αντέχει στον ήλιο στις βροχές και στις λάσπες. Το χρώμα που συνήθως χρησιμοποιούσαν ήταν το ανοιχτό πορτοκαλί (καροτί).Όταν στέγνωνε η λαδομπογιά το λόγο είχε ο καλλιγράφος ο οποίος σχεδίαζε διάφορα σχέδια περίτεχνα και έγραφε τα στοιχεία του καροποιείου το έτος και τον τόπο κατασκευής.




Καλλιγράφος κάρου


Με την ολοκλήρωση των καλλιγραφικών στοιχείων ολοκληρώνονταν η κατασκευή του κάρου και έτσι ήταν έτοιμο προς πώληση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Η λίστα ιστολογίων μου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...